Μια άκρως ενδιαφέρουσα και λεπτομερής μελέτη για τον Β. Ευοϊκό. Περίπου το μισό μέρος της καταλαβάνει η μόλυνση της ΛΑΡΚΟ. Πηγη:
- Αλλοίωση της μορφολογίας του βυθού (δες χάρτη).
- Μείωση της ποικιλότητας των βιοκοινωνιών του βυθού και υποβάθμισή τους σε ασταθείς δομές λόγω της μηχανικής επίδρασης της σκουριάς
- Mεταφορά των μετάλλων (μέσω διαγένεσης και διαλυτοποίησης) από τη σκουριά στο θαλάσσιο περιβάλλον(ίζημα, νερό, πόρων ιζήματος, θαλασσινό νερό, θαλάσσιοι οργανισμοί).
- Αύξηση της συγκέντρωσης των μετάλλων στους θαλάσσιους οργανισμούς με σημαντικές ανοδικές διαχρονικές τάσεις.
Χρόνος Ανάκαμψης
Η ανάκτηση του σημείου ισορροπίας και της βιοποικιλότητας προϋποθέτει παύση της απόρριψης. Εκτιμάται ότι ο χρόνος ανάκαμψης είναι τουλάχιστον 10 χρόνια.
Επιπτώσεις στους Θαλάσσιους Οργανισμούς - Τοξικότητα και Βιοσυσσώρευση
Οι βασικότερες επιδράσεις της ρύπανσης στα υδάτινα συστήματα περιλαμβάνουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα του ύδατος, την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος (habitat) των υδρόβιων οργανισμών, οξείες και υπο-οξείες τοξικές επιδράσεις για την υγεία τους και κατ’ επέκταση στην υγεία των ανθρώπων.
Σύμφωνα με το
Εργαστήριο Χημείας Περιβάλλοντος του Πανεπιστήμιου Αθηνών ό
σο περισσότερο βιοδιαθέσιμος είναι ένας χημικός ρύπος τόσο μεγαλύτερη είναι η βιοσυσσώρευση του και τόσο πιο σοβαρές οι τοξικές του επιδράσεις. Βιοδιαθεσιμότητα είναι η ποσότητα του χημικού ρύπου που βρίσκεται στο περιβάλλον (νερό, φερτές ύλες, τροφή, κ.λπ) και μπορεί να εισέλθει με ποικίλους τρόπους στο εσωτερικό ενός οργανισμού. Η βιοδιαθεσιμότητα επηρεάζεται από το είδος του χημικού ρύπου και από τις φυσικοχημικές ιδιότητες του περιβάλλοντος μέσου, το οποίο και ρυθμίζει την πρόσληψη του χημικού ρύπου.
Ορισμένοι χημικοί ρύποι όπως τα βαρέα μέταλλα, παρουσιάζουν αυξημένη ικανότητα για βιοσυσσώρευση, φαινόμενο κατά το οποίο οι ρύποι αυτοί έχουν την ιδιότητα να συσσωρεύονται αυξητικά στους διάφορους ιστούς των οργανισμών της τροφικής αλυσίδας. Η ποσότητα του χημικού ρύπου μπορεί να προσλαμβάνεται από τους οργανισμούς, είτε απευθείας από το περιβάλλον (βιοσυγκέντρωση), είτε από την τροφή (διαιτητική συσσώρευση). Οι χημικές ουσίες με την είσοδό τους στους βιολογικούς οργανισμούς δύνανται να προκαλέσουν βλάβες (θανατηφόρες, μη-θανατηφόρες) ανάλογες της ποσότητας της τοξικής ουσίας αλλά και του είδους της έκθεσης των βιολογικών οργανισμών σε αυτή. Η δόση μιας χημικής ουσίας εκφράζεται είτε ως προς το βάρος του βιολογικού οργανισμού, είτε ως προς τη συγκέντρωση της χημικής ουσίας στον νερό κ.λπ. Τα χαρακτηριστικά της έκθεσης σε κάποια χημική ουσία και το φάσμα των διαφορετικών επιδράσεων της στους βιολογικούς οργανισμούς, συσχετίζονται μεταξύ τους με την καμπύλη δόσης-αποτελέσματος.

Οι χημικοί ρύποι προσλαμβάνονται από τους υδρόβιους οργανισμούς είτε με την τροφή, μέσω του πεπτικού συστήματος, είτε από το νερό, σε διαλυμένη ή αιωρούμενη μορφή, μέσω των βραγχίων τους. Οι χημικοί ρύποι, μετά την εισαγωγή τους στους υδρόβιους οργανισμούς, δύνανται να βιοσυσσωρευθούν, να απεκκριθούν ή να υποστούν μεταβολισμό από αυτούς.
Οι επιδράσεις των χημικών ρύπων στους υδρόβιους οργανισμούς εκδηλώνονται ως μία αλυσιδωτή αλληλουχία βιοχημικών αλλοιώσεων, φυσιολογικών επιπτώσεων και αλλαγών στη δυναμική των πληθυσμών των διαφόρων ειδών. Καθώς αυξάνουν οι συγκεντρώσεις των χημικών ρύπων, στις οποίες εκτίθενται οι οργανισμοί, προκαλούνται δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία τους, που ποικίλλουν μεταξύ σοβαρών βιοχημικών αλλοιώσεων και θνησιμότητας.
Οι βασικότερες επιδράσεις της ρύπανσης πραγματοποιούνται αρχικά σε χαμηλότερα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης, όπως για παράδειγμα σε μοριακό επίπεδο (βασικά βιομόρια), με άμεσο αποτέλεσμα την διατάραξη ζωτικών λειτουργιών (μεταβολισμός, ορμονικό, ανοσολογικό ή αναπαραγωγικό σύστημα) των υδρόβιων οργανισμών. Στη συνέχεια, εάν δεν αντιμετωπιστούν οι αρνητικές επιπτώσεις της ρύπανσης στα χαμηλότερα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης, παρατηρούνται δυσμενείς επιδράσεις σε ανώτερα επίπεδα βιολογικής οργάνωσης (ιστοί, όργανα, οργανισμοί), με τελικό αποδέκτη των επιδράσεων αυτών το οικοσύστημα. Οι μεταβολές που παρατηρούνται σε κυτταρικές ή βιοχημικές διεργασίες, δομές και λειτουργίες των οργανισμών, και κατ’ επέκταση μεταβολές στο επίπεδο δυναμικής των πληθυσμών και λειτουργίας του οικοσυστήματος, δύνανται να εκτιμηθούν με τη χρήση κάποιου μετρήσιμου μεγέθους/δείκτη, που καλείται βιοδείκτης (biomarker). Οι υδρόβιοι οργανισμοί έχουν αναπτύξει διάφορους μηχανισμούς για την αντιμετώπιση των επιδράσεων των ξενοβιοτικών ουσιών, όπως είναι η απέκκριση, η απομόνωση τους από τα κυτταρικά συστατικά (φλεγμονές, λυσοσώματα, κοκκία) και η εξουδετέρωση της οξειδωτικής ανισορροπίας με τη βοήθεια των αντιοξειδωτικών ενζύμων (υπεροξειδάση της γλουταθειόνης, καταλάση, υπεροξειδική δισμουτάση, κα). Στην περίπτωση όμως, που δεν καταστούν επαρκείς οι μηχανισμοί αυτοί, τότε οι οργανισμοί δύνανται να υποστούν δυσμενείς επιδράσεις και διαταραχές στις φυσιολογικές τους λειτουργίες, όπως περιορισμός στην ανάπτυξη, δυσλειτουργία στην αναπνοή, διατροφικές δυσκολίες, ανωμαλίες στην αναπαραγωγή, στις καρδιακές λειτουργίες, στις νευρικές λειτουργίες, στις ανοσολογικές, στις ενδοκρινολογικές λειτουργίες, καθώς επίσης και μεταβολές στη συμπεριφορά τους.
Ο παράγοντας εκείνος που είναι καθοριστικός, για την έκταση των τοξικών επιδράσεων τόσο σε μοριακό, όσο και σε ανώτερο επίπεδο βιολογικής οργάνωσης είναι η βιοδιαθεσιμότητα των χημικών ρύπων. Η βιοδιαθεσιμότητα των χημικών ρύπων είναι κρίσιμη παράμετρος, όσον αφορά την πρόσληψη τους και την τελική συγκέντρωση τους στους υδρόβιους οργανισμούς και κατ’ επέκταση καθορίζει την τοξικότητα τους. Η βιοδιαθεσιμότητα των χημικών ρύπων σε συνδυασμό με την πρόσληψη και τη βιοσυσσώρευσή τους δύνανται να προκαλέσουν διάφορες δυσμενείς επιπτώσεις, τόσο σε βασικά βιομόρια όσο και σε διάφορα όργανα και επίπεδα βιολογικής οργάνωσης διαφόρων οργανισμών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο από οικολογική όσο και από οικονομική άποψη, παρουσιάζουν τα βενθικά οικοσυστήματα τα οποία απαντώνται σε όλες τις θάλασσες του κόσμου. Τα βενθικά οικοσυστήματα, ειδικά αυτά που γειτνιάζουν με την παράκτια ζώνη, είναι εκείνα τα οποία δέχονται άμεσα την επίδραση ποικίλων ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, με αποτέλεσμα συχνά τα οικοσυστήματα αυτά, να βρίσκονται σε καθεστώς μόνιμης ή πρόσκαιρης περιβαλλοντικής υποβάθμισης ή περιβαλλοντικού stress, γεγονός που έχει αρνητική αντανάκλαση και στους υπόλοιπους πληθυσμούς των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Οι θαλάσσιοι οργανισμοί αλληλεπιδρούν και συνδέονται μεταξύ τους με πολλούς και ποικίλους τρόπους, με αποτέλεσμα η ρύπανση του υδάτινου περιβάλλοντος να επηρεάζει άμεσα την βιοποικιλότητα και την εξέλιξη των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. (πηγή: Εργαστήριο Χημείας Περιβάλλοντος του Πανεπιστήμιου Αθηνών )

Βιομεγέθυνση, επίσης γνωστή και ως βιολογική μεγέθυνση, είναι η αύξηση της συγκέντρωσης μιας ουσίας, στα διάφορα επίπεδα της τροφικής αλυσίδας (δες φωτογραφία). Είναι η διαδικασία με την οποία ορισμένες ουσίες, όπως παρασιτοκτόνα ή βαρέα μέταλλα ανεβα;i
νουν στην τροφική αλυσίδα, από τα το νερό, τρώγονται από τους υδρόβιους οργανισμούς όπως τα ψάρια, τα οποία με τη σειρά τους τρώγονται από τα πουλιά ή τους ανθρώπους. Οι ουσίες συγκεντρώνονται στους ιστούς ή τα εσωτερικά όργανα καθώς κινούνται στην αλυσίδα. Αν και μερικές φορές χρησιμοποιείται εναλλακτικά με «βιοσυσσώρευση», υπαρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο. Η «βιοσυσσώρευση» συμβαίνει μέσα σε ένα τροφικό επίπεδο ενώ η βιομεγέθυνση» συμβαίνει σε όλα τα τροφικά επίπεδα (την τροφική αλυσίδα). Για παράδειγμα, αν και ο υδράργυρος υπάρχει μόνο σε μικρές ποσότητες στο θαλασσινό νερό, απορροφάται από τα φύκη (γενικά σαν μεθυλυδράργυρος). Η βιοσυσσώρευση στο λιπώδη ιστό των διαδοχικών τροφικών επίπεδων απο το
ζωοπλαγκτόν, στο
μικρο-νεκτον, στα
μεγαλύτερα ψάρια κ.λπ. Οτιδήποτε τρώει αυτά τα ψάρια αποροφά
υψηλότερο επίπεδο υδραργύρου που έχει συσσωρευτεί στα ψάρια. Η διαδικασία αυτή εξηγεί γιατί αρπακτικά είδη ψαριών, όπως ο ξιφίας ή τα πουλιά όπως έχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις υδραργύρου στους ιστούς τους από ό, τι θα μπορούσε να εξηγηθεί από την άμεση έκθεση τους
μόνο. Ουσίες που βιομεγεθύνονται είναι οι «έμμονοι οργανικοί ρύποι» (DDT, HCB,PCBs, τοξαφαίνιο, Μονο-μεθυλυδράργυρος, κλπ), το Αρσενικό, το Κάδμιο,
και ο
Υδράργυρος.
Οι συγκεντρώσεις αυτών των ουσιών θα πρέπει να μετρούνται στα ψάρια του Ευβοϊκού
.
ττροφική αλυσίδα
Οικολογοτοξικές επιπτώσεις των σκωριών στον Ευβοϊκό
Στις 9 Αυγούστου 2007 η εφημερίδα "τα Νέα" σε σχετικό άρθρο δημοσιεύει τα στοιχεία μελέτης της Greenpeace με στοιχεία του ΕΛΚΕΘΕ και ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος για την περίοδο 1985-1998. Σύμφωνα με το άρθρο οι συγκεντρώσεις των ψαριών στις περιοχές απορρίψεως των σκωριών είναι 1,5 φορά πάνω από το όριο ανθρώπινης κατανάλωσης νικελίου, χρωμίου και υδράργυρου που μπορούν να δημιουργήσουν νευροαναπτυξιακές διαταραχές.
Τα στοιχεία αφορούν την περιοδο 1985-1998 (πηγή:"τα Νέα" )
Μια μ
ελέτη σε μύδια της περιοχής της Λαρυμνας (Tsangari, Papathanasiou και Cotou 2006) έδειξε μέσες συγκεντρώσεις 21.1 mg/g dw Νικέλιο, 20.2 mg/g dw Χρώμιο και 1082 mg/g dw Σίδηρο. Οι συγκεντρωσεις του χρωμίου είναι πάνω απο τις κατευθυντήριες οδηγίες του Aμερικανικού Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (13 mg/g χρώμιο). Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα οτι η ρυπανση εχει
επιπτώσεις στους θαλάσσιους
οργανισμούς (SFG), σε κυτταρικά και (σύνθεση των κόκκων), και βιοχημικά (GPX, AChE) επίπεδα τόσο σε βραχυπρόθεσμες εκθεσεις όσο και χρόνιες σωρευτικές νευροτοξικές επιδράσεις
.
Το ΕΛΚΕΘΕ ειναι φειδωλό στην δημοσιεύση αριθμητικών στοιχείων σε σχέση με τις συγκεντρώσεις των βαρέων μετάλλων στους υδρόβιους οργανισμούς του Β. Ευβοϊκού. Σε παρουσίαση στις 10/4/11 το ΕΛΚΕΘΕεπισήμανε οτι "μελέτη των αποθέσεων της σκουριάς στο βυθό έδειξε ότι το υλικό της σκουριάς αντιδρά με το θαλασσινό νερό μετά την απόρριψή του, με αποτέλεσμα να εκλύονται ιόντα νικελίου και χρωμίου στην υπερκείμενη του αποθέματος υδάτινη στήλη της περιοχής απόρριψης που στην συνέχεια διαχέονται στην ευρύτερη περιοχή του Β. Ευβοϊκού. Το υποθαλάσσιο αυτό απόθεμα αποτελεί πηγή μετάλλων, τα οποία μπορούν να απορροφηθούν από βενθικούς οργανισμούς και ψάρια που βρίσκονται σε άμεση επαφή με την σκουριά και τα εμπλουτισμένα σε μέταλλα νερά των πόρων του ιζήματος".
Το
ΕΛΚΕΘΕ μελέτησε την περιοδο 2000-2010 τις συγκεντρώσεις του σιδήρου, νικελίου και χρωμίου σεεκτρεφόμενα ψάρια (τσιπούρες και λαβράκια) παρακείμενων ιχθυοτροφείων και βρήκε οτι ειναι είναι εντός των ορίων ασφαλούς κατανάλωσης. Η εκτίμηση των διαθέσιμων στοιχειωνδείχνουν μιά αυξητική πορεία στις συγκεντρώσεις των ανωτέρω οργανισμών σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία (1990-2000)(πηγή: ΕΛΚΕΘΕ, 2011). Το ΕΛΚΕΘΕ δεν δίνει στοιχεία για συγκεντρώσεις ψάρια σε τοξικές ουσίες που βιομεγεθύνονται (δες παραπάνω) όπως το Αρσενικό, το Κάδμιο, και ο Υδράργυρος. Δεδομένου μάλιστα ότι συγκεντρώσεις αύτων τοξικών ουσιών έχουν ανιχνευτεί απο το ΕΛΚΕΘΕ σε χαμηλοτέρα επίπεδα της τροφικής αλυσίδας στους βενθικούς οργανισμούς και ανεβαίνουν αυξητικά σε ανώτερα τροφικά επιπεδα οπως τα ψάρια.
Οι βενθικοί οργανισμοί (οι οργανισμοί που ζουν στο βυθό ή κοντά στο βυθό) και τα ψάρια που διαβιούν στην περιοχή απόρριψης της σκουριάς εμφανίζουν σημαντικά αυξημένες συγκεντρώσεις των τριωνμετάλλων (Fe, Ni, Cr) σε σχέση με τους οργανισμούς της παρακείμενης περιοχής αναφοράς [Σημ. δεν διευκρινίζεται αν οι συγκεντρώσεις είναι κάτω απο τα όρια ασφαλειας]. Ωστόσο και πάλι διαπιστώθηκε αυξητική πορεία στις συγκεντρώσεις των μετάλλων, κυρίως στην περιοχή απόρριψης αλλά σε αρκετές περιπτώσεις και στην περιοχή αναφοράς (πηγή: ΕΛΚΕΘΕ, 2011).
Οσον αφορά τα υπόλοιπα μέταλλα (Cu, Cd, Hg, Pb, Mn & Zn) φάνηκε ότι η σκουριά επιβαρύνει τους οργανισμούς με Χαλκό, Μαγγάνιο και Ψευδάργυρο (Pb, Mn & Zn). Το ΕΛΚΕΘΕ βρήκε οτι οι συγκεντρώσεις στους βενθοπελαγικούς οργανισμούς σε Υδραργυρο, Καδμιο και Μολυβδο (Hg, Cd & Pb) ήταν κάτω των θεσπισμένων για την κατανάλωση ορίων (πηγή: ΕΛΚΕΘΕ, 2011)). [Σημ. Δεν γινεται αναφορά για τις συγκεντρωσεις στα αλλα μεταλλα Νικελιο, Χρωμιο,Σιδηρος Χάλκο, Μαγγανιο και Ψευδαργυρο και αν ξεπερνούν τα όρια ανθρώπινης κατανάλωσης όταν μάλιστα οι τάσεις συγκέντρώσης των μετάλλων ειναι αυξητικές σε σχεση με την προηγούμενη δεκαετία (1990-2000)].
Ορια ασφαλείας βαρέων μετάλων στους θαλάσιους οργανισμούς
Καβούρια, Γαρίδες, Αστακοί, Καραβίδες [ppm=parts per million μέρη στο εκατομμύριο ή μg/g]
76 ppm αρσενικό,
3 ppm κάδμιο,
12 ppm χρώμιο
1,5 ppm μόλυβδος,
70 ppm νικέλιο.
Στρείδια αχιβάδες, όστρακα, και μύδια [ppm=parts per million μέρη στο εκατομμύριο ή μg/g]
86 ppm αρσενικό
4 ppm κάδμιο,
13 ppm χρώμιο,
1,7 ppm μόλυβδος,
80 ppm νικέλιο.
Όλα τα ψάρια [ppm=parts per million μέρη στο εκατομμύριο ή μg/g]
1 ppm Μεθυλυδράργυρος
Ο υδράργυρος στην οργανική του μορφή (οργανικός υδράργυρος), δηλαδή ο μεθυλυδράργυρος οπως είναι επίσης γνωστός
, θεωρείται από τους πιο επικίνδυνους και τοξικους τροφικούς παράγοντες. Ο μεθυλυδράργυρος σχηματίζεται από τον υδράργυρο με τη δράση των αναερόβιων οργανισμών που ζουν σε υδάτινα συστήματα (λίμνες, ποτάμια, υγρότοποι, ιζήματα, κλπ.) Η διαδικασία μεθυλίωσης μετατρέπει το ανόργανο υδράργυρο σε μεθυλυδράργυρο στο φυσικό περιβάλλον. περισσότερα για τομεθυλυδράργυρο και τις επιπτώσεις του εεδώ
Τοξικότητα των ρύπων και κίνδυνοι στην ανθρώπινη υγεία
Αρσενικό
Αναγνωρισμένοι κίνδυνοι στην ανθρώπινη υγεία:
-Καρκινογόνο Ρ65-MC
-τοξικό για την ανάπτυξη των παιδιών (π.χ., ανωμαλίες στην γέννηση, χαμηλό βάρος γέννησης,βιολογικές δυσλειτουργίες, διαταραχές συμπεριφοράς. Έκθεση σε τοξικές χημικές ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να διαταράξει την ανάπτυξη ή ακόμη και να προκαλέσει το θάνατο του εμβρύου)
Ενδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-στο καρδιαγγειακό (καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία) ή το αιμοποιητικό σύστημα (π.χ. υπέρταση, αρτηριοσκλήρωση, καρδιακή αρρυθμία, στεφανιαία ισχαιμία).
-στο ενδοκρινικό σύστημα, (π.χ., υποθυρεοειδισμό, σακχαρώδη διαβήτη, υπογλυκαιμία, διαταραχές στην αναπαραγωγή και καρκίνο)
-στο γαστρεντερικό σύστημα και το συκώτι (π.χ., ανορεξία, ναυτία, εμέτους, κοιλιακές κράμπες, διάρροια, καρκίνος του ήπατος)
-στην λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος (που μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση της συχνότητας και της σοβαρότητας των μολυσματικών ασθενειών και καρκίνου)
-στο νεφρικό σύστημα
-στο κεντρικό νευρικό σύστημα ( π.χ., σύγχυση, κόπωση, ευερεθιστότητα, αλλαγές στη συμπεριφορά,εκφυλιστικές νόσους, εγκεφαλοπάθεια)
-στο αναπαραγωγικό σύστημα (π.χ., αλλαγές στη σεξουαλική συμπεριφορά, μείωση της γονιμότητας, ή απώλεια του εμβρύου κατά την κύηση)
-στο αναπνευστικό σύστημα
-στο δέρμα ή τα αισθητήρια όργανα (οσμή, ακοή, όραση, κλπ)
Νικέλιο
Αναγνωρισμένοι κίνδυνοι στην ανθρώπινη υγεία:
Καρκινογόνο Ρ65
Ενδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-στο καρδιαγγειακό (καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία) ή το αιμοποιητικό σύστημα
-στην ανάπτυξη των παιδιών
-στην λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
- στα νεφρά
-στο κεντρικό νευρικό σύστημα (Νευροτοξικό)
-στο αναπαραγωγικό σύστημα
-στο αναπνευστικό σύστημα
-στο δέρμα ή ττα αισθητήρια όργανα (οσμή, ακοή, όραση, κλπ)
Υδράργυρος
Αναγνωρισμένοι κίνδυνοι στην ανθρώπινη υγεία:
-Τοξικό για την ανάπτυξη των παιδιών (π.χ., ανωμαλίες την γέννηση, το χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση,βιολογικές δυσλειτουργίες, διαταραχές συμπεριφοράς Έκθεση σε τοξικές χημικές ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να διαταράξει την ανάπτυξη ή ακόμη και να προκαλέσει το θάνατο του εμβρύου)
Ενδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-στο καρδιαγγειακό (καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία) ή το αιμοποιητικό σύστημα
-στο ενδοκρινικό σύστημα
-στο γαστρεντερικό σύστημα και το συκώτι
-στην λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
-στα νεφρά
-στο κεντρικό νευρικό σύστημα (Νευροτοξικό)
-στο αναπαραγωγικό σύστημα
-στο αναναπνευστικό σύστημα
-στο δέρμα ή τα αισθητήρια όργανα (οσμή, ακοή, όραση, κλπ)
Σίδηρος
Ενδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-στο καρδιαγγειακό (καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία) ή το αιμοποιητικό σύστημα
-στο γαστρεντερικό σύστημα και το συκώτι
-στα νεφρά
-στο κεντρικό νευρικό σύστημα (Νευροτοξικό)
-στο αναπαραγωγικό σύστημα
-στο αναπνευστικό σύστημα
Χρώμιο
Ενδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-καρκινογόνο
-στο γαστρεντερικό σύστημα και το συκώτι
-στην λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
-στα νεφρά
-στο αναπαραγωγικό σύστημα
-στο αναπνευστικό σύστημα
-στο δέρμα ή τα τα αισθητήρια όργανα (οσμή, ακοή, όραση, κλπ)
Χαλκός
Ενδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-στο καρδιαγγειακό (καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία) ή το αιμοποιητικό σύστημα
-στην ανάπτυξη των παιδιών
-στο γαστρεντερικό σύστημα και το συκώτι
-στα νεφρά
-στο αναπαραγωγικό σύστημα
-στο αναπνευστικό σύστημα
Μόλυβδος
Αναγνωρισμένοι κίνδυνοι στην ανθρώπινη υγεία:
- Καρκινογόνο Ρ65
-Τοξικό στην ανάπτυξη των παιδιών
-Τοξικό στο αναπαραγωγικό σύστημα
Ενδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-στο καρδιαγγειακό (καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία) ή το αιμοποιητικό an σύστημα
-στο ενδοκρινικό σύστημα
-στο γαστρεντερικό σύστημα και το συκώτι
-στην λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
- στα νεφρά
-στο κεντρικό νευρικό σύστημα (Νευροτοξικό)
-στο αναπνευστικό σύστημα
-στο δέρμα ή τα αισθητήρια όργανα (οσμή, ακοή, όραση, κλπ)
Κάδμιο
Αναγνωρισμένοι κίνδυνοι στην ανθρώπινη υγεία:
-Καρκινογόνο Ρ65
-Τοξικό στην ανάπτυξη των παιδιών
-Τοξικό στο αναπαραγωγικό σύστημα
Ενδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-στο καρδιαγγειακό (καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία) ή το αιμοποιητικό σύστημα
-στο ενδοκρινικό σύστημα
-στην λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
-στα νεφρά
-στο κεντρικό νευρικό σύστημα (Νευρο-τοξικό)
-στο αναπνευστικό σύστημα
Ψευδάργυρος
Εννδείξεις ότι προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στο:
-καρδιαγγειακό (καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία) ή το αιμοποιητικό σύστημα
-στην ανάπτυξη των παιδιών
-στην λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος
-στο αναπαραγωγικό σύστημα
-στο αναπνευστικό σύστημα
-στο δέρμα ή τα ατα αισθητήρια όργανα (οσμή, ακοή, όραση, κλπ)
Τι προβλέπει η νομοθεσία
Σύμβαση της Βαρκελώνης
Πρόληψη, μείωση και έλεγχος της ρύπανσης.
Η Ελλάδα οφείλει να λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για την πρόληψη,
μείωση και έλεγχο της ρύπανσης της περιοχής της Μεσογείου Θαλάσσης. Η Ελλάδα αναλαμβάνει να περιορίσει δραστικά τη ρύπανση από χερσαίες πηγές
εφαρμόζοντας τα κατάλληλα προγράμματα και μέτρα. Τα πρωτόκολλα προσδιορίζουν τους ρύπους που πρέπει να ελέγχονται (
παρ. Ι και ΙΙ). Προσδιορίζει επίσης τις διαδικασίες ελέγχου και περιορισμού της ρύπανσης (
παρ. ΙΙΙ)
.[Πρωτόκολλο της Σύμβασης της Βαρκελώνης
«για την προστασία της Μεσογείου θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές του 1980»
όπως
επικυρώθηκαν από το
νόμο 1634/86 (ΦΕΚ 104/Α/18-07-86)
]
Ειδικά προστατευόμενες περιοχές
Η Ελλάδα οφείλει να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προστατεύσει τις
θαλάσσιες περιοχές που έχουν βιολογική και οικολογική σημασία και τους χώρους που έχουν ιδιαίτερη σημασία από επιστημονικής, αισθητικής, ιστορικής, αρχαιολογικής, πολιτιστικής ή εκπαιδευτικής άποψης. Στις
προστατευόμενες περιοχές λαμβάνονται μέτρα για να εξασφαλιστεί η προστασία και η αποκατάσταση του χαρακτήρα των περιοχών αυτών το συντομότερο δυνατό. Σαν "ειδικά προστατευόμενες"
έχουν χαρακτηριστεί 9 περιοχές της Ελλάδας στις οποίες
δεν συμπεριλαμβάνεται ο Β. Ευβοϊκός (δες
εδώ). Δες
εδώτην βιοποικηλότητα και οικολογική αξία του Β. Ευβοϊκού. [Πρωτόκολλο της Σύμβασης της Βαρκελώνης
«Για την προστασία της Μεσογείου θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές του 1980»
και
«περί των ειδικά προστατευομένων περιοχών της Μεσογείου του 1982»
[επικυρώθηκε από το
Νόμο 1634/86 (ΦΕΚ 104/Α/18-07-86) ]
Ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης
Η εγκατάσταση οφείλει:
-να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα προληπτικά αντιρρυπαντικά μέτρα, ιδίως με χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών·
-να μην προκαλεί καμία σημαντική ρύπανση·
-να αποφεύγει την παραγωγή αποβλήτων ή τα απόβλητα να αξιοποιούνται ή να διατίθενται με τρόπο που να μειώνονται οι επιπτώσεις στο περιβάλλον·
-να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα κατά την οριστική παύση των δραστηριοτήτων ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος ρύπανσης και ο χώρος της εκμετάλλευσης να επανευρίσκει ικανοποιητική μορφή.
Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν:
-να κάνουν ελεγχο της τήρησης των όρων της αδείας
-να επανεξετάζουν και να αναπροσαρμοζουν τους όρους της αδείας (λόγω αλλαγών στις οριακές τιμές των ρύπων ή μεταβολών των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών κλπ)
-να διασφαλιζουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη του ενδιαφερόμενου κοινού προκειμένου να αμφισβητήσει την ουσιαστική ή τη διαδικαστική νομιμότητα αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων των αρχών
Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές
Σύμφωνα με την οδηγία
2008/1/ΕΚ οπως εχει περάσει στην Ελληνική νομοθεσία (
Υ.Α. Η.Π. 11014/703/Φ104/2003 ) η εγκατάσταση οφείλει
να κάνει χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών για περιορισμό της της ρύπανσης. Οι αρχές μπορουν να αναπροσαρμοζουν τους όρους της άδειας λειτουργίας μια εγκατάστασης οταν αλλάζουν οι Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές. Εάν ποιοτικό πρότυπο περιβάλλοντος επιβάλλει όρους αυστηρότερους από εκείνους που είναι δυνατόν να επιτευχθούν με τη χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, η άδεια επιβάλλει πρόσθετους όρους.
Ποιοτικά Πρότυπα Περιβάλλοντος- Επιτρεπόμενες Συγκεντρώσεις Ρύπων στα επιφανειακά ύδατα
Μόλυβδος και ενώσεις του 7,2 μg/l (EΜΣ), Υδράργυρος και ενώσεις του 0,05 μg/l (EΜΣ), και 0,07 μg/l (ΜΕΣ), Νικέλιο και ενώσεις του 20 μg/l (EΜΣ), Κάδμιο και ενώσεις του 0,2 μg/l (EΜΣ) και από 0,45 μg/l μέχρι 1,50 μg/l (ΜΕΣ) ανάλογα με την κατηγορία, Αρσενικό 30 μg/l (EΜΣ), Κοβάλτιο 20 μg/l (EΜΣ), Χαλκός από 3 μg/l μέχρι 26 μg/l (EΜΣ) ανάλογα την σκληρότητα του νερού, Χρώμιο VI 3 μg/l (EΜΣ), Ολικό χρώμιο από 23 μg/l μέχρι 50 μg/l (EΜΣ) ανάλογα την σκληρότητα του νερού Ψευδάργυρος από 8 μg/l μέχρι 125 μg/l (ΕΜΣ) ανάλογα την σκληρότητα του νερού.
Ορια για τα ιζήματα και τους ζώντες οργανισμούς
Σε ορισμένες κατηγορίες επιφανειακών υδάτων ορίζονται και εφαρμόζονται αλλά όρια για τα ιζήματα ή/και τους ζώντες οργανισμούς [Επιτρεπόμενες συγκεντρώσεις για ολους τους ρύπους στο Η.Π. 51354/2641/Ε103 ΦΕΚ 1909Β 8/12/10]
Απαιτούμενη ποιότητα των νερών για την διαβίωση ψαριών (λαβράκι), κολύμβησης, καλλιέργειας και αλιείας οστρακοειδών (μύδια, στρείδια, χτένια, κλπ) (
Υ.Α. οικ. 46399/1352/1986)
Περιορισμοί στην διάθεση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων και λυμάτων στον Ευβοϊκό.
Τετρανομαρχιακή (Αν. Αττική, Βοιωτία, Φθιώτιδα, Εύβοια) απόφαση
19640/79 (ΦΕΚ 1136Β) "Περί διαθέσεως υγρών βιομηχανικών αποβλήτων και λυμάτων στο Βόρειο και Νότιο Ευβοϊκό Κόλπο,".
-προσδιορίζονται οι περιοχές των ακτών του Ευβοϊκού , όπου ήδη γίνεται και επιτρέπεται η διάθεση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων αλλά και λυμάτων μετά από την επεξεργασία τους.
Άδεια για την απόρριψη επικινδύνων ουσιών στα ύδατα
[Οδηγία
2006/11/ΕΚ, για τη ρύπανση από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον]
-χρειάζεται άδεια περιορισμένης χρονικής διάρκειας για απόρριψη σε ύδατα επικινδύνων ουσιών όπως το κάδμιο και ενώσεις του και ουσίες που έχουν αποδεδειγμένα καρκινογόνο ιδιότητα μέσα στο υδάτινο περιβάλλον ή μέσω αυτού όπως και για απορρίψεις Ψευδάργυρου, Χαλκού, Νικελίου, Χρωμίου, Μόλυβδου και Αρσενικού.
-δεν χορηγείται η άδεια, αν ο διενεργών την απόρριψη δηλώσει ότι δεν είναι σε θέση να τηρήσει τα επιβαλλόμενα πρότυπα απόρριψης
Η «πρωτοβουλία Ορίζοντας 2020»έχει ως στόχο την απορρύπανση της Μεσογείου μέχρι το έτος 2020 με την αντιμετώπιση των πηγών ρύπανσης που αντιπροσωπεύουν περίπου το 80% της συνολικής ρύπανσης της Μεσογείου Θαλάσσης: τα δημοτικά απόβλητα, τα αστικά λύματα και τη βιομηχανική ρύπανση. Για την εφαρμογή και την παρακολούθηση των δράσεων δημιουργήθηκαν τρεις ομάδες εργασίας: Οι επενδύσεις για τη μείωση της ρύπανσης, Ικανότητες για την επίτευξη των στόχων και ομάδα, ελεγχου, παρακολούθησης και Έρευνας (RMR).
Δημιουργήθηκε για την διαμόρφωση και την εφαρμογή μίας ολοκληρωμένης θαλάσσιας πολιτικής στη Μεσόγειο. Η συνεισφορά αυτή εγγράφεται σε μία γενικότερη ολοκληρωμένη προσέγγιση βιώσιμης ανάπτυξης. Αφορά, ειδικότερα, ζητήματα θαλάσσιας ρύπανσης, ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών, προσαρμογής στις συνέπειες των κλιματικών αλλαγών, αλιευτικής παραγωγής, θαλάσσιας έρευνας, θαλάσσιων μεταφορών, ασφάλειας στη θάλασσα και διακυβέρνησης των διαφόρων μορφών θαλάσσιας πολιτικής.
-Να προωθηση προγραμματα της συνεργασίας.
Η πρόσβαση στο EMWIS είναι ανοικτή σε όποιον ενδιαφέρεται για θέματα διαχείρισης των υδάτων