λίγα λόγια για τους Αρβανίτες


Η κάθοδος των Αρβανίτικων φύλων στον ελλαδικό χώρο ξεκινά στα τέλη του 13ου αιώνα και σταματάει περίπου το 1600,[4] έχοντας ως αρχική κοιτίδα την περιοχή Άρβανον στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, στην κεντρική σημερινή Αλβανία[5] και ως τόπο αρχικής εγκατάστασης την Θεσσαλία γύρω στο 1325. Μία άποψη ως προς τον δρόμο που ακολούθησαν είναι ότι διέσχισαν την άνω λεκάνη του Αλιάκμονα και διαμέσου Κορυτσάς, Καστοριάς και Γρεβενών έφτασαν στον θεσσαλικό κάμπο. Άλλη άποψη υποστηρίζει την κάθοδό τους μέσω των Ιωαννίνων στην Αιτωλοακαρνανία και τη μετακίνησή τους από εκεί στην Θεσσαλία.
Έχοντας εγκατασταθεί στην κοιλάδα του Σπερχειού από το 1380-81, οι Αρβανίτες παίρνουν άδεια από τον Πέτρο Δ΄ της Αραγωνίας να εγκατασταθούν στο Δουκάτο των Αθηνών το 1382, για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας του δουκάτου απέναντι στις ξένες επιδρομές. Οι βυζαντινές πηγές αναφέρουν την εμφάνιση 10.000 Αρβανιτών στον Ισθμό της Κορίνθου το 1404-05, των οποίων την εγκατάσταση στο Δεσποτάτο του Μυστρά επέτρεψε ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος, παρά την καχυποψία των συμβούλων του. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή αυτός ο πληθυσμός προερχόταν από την Θεσσαλία, μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους το 1393. Περί το 1425, οι Βενετοί με υποσχέσεις για φοροαπαλλακτικά μέτρα προσελκύουν αρβανίτικους πληθυσμούς στη νότια Εύβοια που παρουσίαζε πληθυσμιακή πτώση εξαιτίας της πανώλης, η θέση της οποίας ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή αφού γειτνίαζε με την ηπειρωτική Ελλάδα, με περιοχές όπου είχαν ήδη εγκατασταθεί Αρβανίτες όπως η Βοιωτία.
Οι Αρβανίτες ήταν νομαδικό φύλο με έντονο πολεμικό χαρακτήρα, οι οποίοι μετακινούνταν συνεχώς βασιζόμενοι για την επιβίωσή τους στην υποτυπώδη κτηνοτροφία τους. Η εξάρτησή τους από γεωργικά προϊόντα προκαλούσε τη λεηλασία της καλλιεργημένης γης γύρω από τις πόλεις, τις οποίες στερούσαν από τα παραγωγικά τους αγαθά. Η γενικότερη έλλειψη όμως αγροτικών προϊόντων τους ανάγκασε να μετατραπούν σε ημινομάδες και μετακινούμενους κτηνοτρόφους και σταδιακά να ασχοληθούν με τη γεωργία, αποκτώντας έτσι μόνιμη εγκατάσταση.
Οι λόγοι που οδήγησαν τους Αρβανίτες στην μετανάστευση ήταν κοινωνικο-πολιτικοί. Όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Αλβανοί μισθοφόροι στρατιώτες πολεμούσαν με το μέρος της Ηπείρου εναντίον των Σλάβων και των Βενετών. Για τις υπηρεσίες που προσέφεραν οι Αλβανοί κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η αλβανική αριστοκρατία μόνο πήρε σημαντικούς αυλικούς τίτλους. Αυτοί οι Αλβανοί αριστοκράτες, τοποθετούνταν επικεφαλής πολλών περιοχών, διαβρώνοντας έτσι σταδιακά το παλιό βυζαντινό διοικητικό σύστημα. Από παραδοσιακοί πατριαρχικοί αρχηγοί μεταλλάσσονταν σε άρχοντες. Το καινούργιο καθεστώς που επέβαλλαν οι άρχοντες αυτοί στη γη, αποστερούσε την περιουσία από τους κατοίκους που συχνά έχαναν και την ελευθερία τους πωλούμενοι ως σκλάβοι.
Προσπαθώντας να ξεφύγουν από την νέα αυτή κατάσταση, οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να αποκτήσουν νομαδικές συνήθειες. Βλέπανε τη μετανάστευση ως μοναδική λύση στα προβλήματα που δημιουργούσε η μονοπώληση των αλβανικών εδαφών από τους Αλβανούς άρχοντες που γίνονταν όλο και πιο βίαιοι. Πέρα όμως από τις μεταβολές αυτές που τάραξαν σε βάθος την κοινωνία τους, μία ακόμη αιτία εκπατρισμού αποτελούσε πλέον η οθωμανική εισβολή. Από τότε, όλοι οι Αρβανίτες που απαντώνται εκτός Αλβανίας παρουσιάζονται ως γνήσιοι νομάδες, και τους συναντούμε από τη Θεσσαλία ως την Αττική και από την Ακαρνανία ως τα νότια της Πελοποννήσου. Ατομικά ή συλλογικά, η αρβανίτικη αυτή μετανάστευση εμφανίζεται ως αντίδραση φυγής σε μία κοινωνική καταπίεση που είχε γίνει αφόρητη.
Οι αρβανίτικες φρατρίες ήταν και έμειναν πιστές στην Ελληνική Ορθοδοξία. Όμως οι Αλβανοί ασπάστηκαν θρησκείες όπως ο Μουσουλμανισμός και ο Ρωμαιοκαθολικισμός ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα. Οι Αρβανίτες υπηρετούσαν στο Βυζαντινό στρατό και η Δυναστεία των Παλαιολόγων τους χρησιμοποίησε συχνά σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες. Σε μια περίπτωση, 6.000 Αρβανίτες από την Γλαρέντζα εστάλησαν στο πεδίο μάχης. Στα μέσα του 1454, ένας ηγέτης που ονομαζόταν Πέτρος Μπούας είχε περίπου 30.000 Αρβανίτες υπό την εντολή του.[6]
Επίσης, οι Βενετοί μίσθωσαν πολυάριθμους Αρβανίτες για να υπηρετήσουν ως Stradioti. Με βάση τους υπολογισμούς ενός Γάλλου αυτόπτη μάρτυρα, του Philippe de Commines (1447 - 1511), οι Αρβανίτες επιτήρησαν τις ενετικές περιοχές όπως το Ναύπλιο, ως πεζοί και έφιπποι. Επιπλέον, οι Αρβανίτες αυτοχαρακτηριζόντουσαν ως Έλληνες.[7] Οι Αρβανίτες υπηρέτησαν επίσης στο στρατό του Ερρίκου Η' της Αγγλίας και της Ιρλανδίας (1491 - 1547), διακυρήσσοντας και εκεί την ελληνικότητά τους. [8] Οι Αρβανίτες είχαν θέσεις σε πολλές ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες. Το 1697, οι Αρβανίτες Μιχαήλ Μπούας και Αλέξανδρος Μοσχολέων καταχωρήθηκαν ως υπάλληλοι της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στη Νάπολη και ως Έλληνες.[9]
Από το σύνολο των μεταναστών, όσοι έφτασαν στην Πελοπόννησο και είχαν εγκατασταθεί σε δυσπρόσιτες ορεινές ζώνες, σχημάτιζαν συμπαγείς ομάδες. Καθώς συχνά δεν είχαν ενδοιασμό να τεθούν υπό τις διαταγές ενός ελληνόφωνου άρχοντα, που ήταν απευθείας απόγονος της παλαιάς αυτοκρατορικής δυναστείας, μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αποτέλεσαν βασική εστία αντίστασης στους Οθωμανούς. Με την υιοθέτηση κοινής στάσης, οι ελληνο-αρβανίτικες ενώσεις, διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, πολλοί Αρβανίτες συμμετείχαν στο Μακεδονικό Αγώνα (1903) όπως ο Βαγγέλης Κοροπούλης από την Μάνδρα Αττικής.

Γλώσσα

Οι Αρβανίτες είναι στην πλειονότητα τους Χριστιανοί Ορθόδοξοι στο θρήσκευμα και ανέκαθεν ήταν δίγλωσσοι. Η γλώσσα τους, τα Αρβανίτικα, έχει κοινή προέλευση με την επίσημη Αλβανική και έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την Ελληνική γλώσσα με την οποία έχει έρθει σε επαφή, από τα Λατινικά και από τα Σλαβικά. Η γλώσσα πλέον βρίσκεται σε παρακμή, εν μέρει εξαιτίας της μετακίνησης των Αρβανιτών από τα χωριά τους στις ελληνόφωνες πόλεις και εν μέρει λόγω της πλήρους πολιτιστικής ενσωμάτωσης των Αρβανιτών από το ελληνικό περιβάλλον.

Δημογραφικά στοιχεία

Όπως ο υπόλοιπος ελληνικός πληθυσμός, οι Αρβανίτες εδώ και χρόνια μεταναστεύουν από τα χωριά τους στις μεγάλες πόλεις, και ειδικά στην πρωτεύουσα, την Αθήνα, στην οποία ζούσαν πολλοί Αρβανίτες στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν αυτή γίνει πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους.
Σύμφωνα με τον Κώστα Μπίρη (1960), από το 1350 μ.Χ. έως το 1418 μ.Χ., 81.200 Αρβανίτες, μισθοφόροι στρατιώτες και οι οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν σε ελληνικές περιοχές, μετά από προσκλήσεις Βυζαντινών αυτοκρατόρων (Δυναστεία Παλαιολόγων), των Καταλανών και των Βενετών.
Η ανάμειξη των Αρβανιτών με τους πολυπληθέστερους γηγενείς του ελλαδικού χώρου, είχε ως αποτέλεσμα με το πέρασμα των αιώνων, μεγάλο μέρος τους να αφομοιωθεί πλήρως γενετικά και πολιτισμικά, αφήνοντας απογόνους με κάποια μακρινή αρβανίτικη καταγωγή, έτσι ώστε ο πληθυσμός των σημερινών Αρβανιτών, που διατηρήθηκε με ενδογαμίες και την συνέχιση της αρβανίτικης κουλτούρας, είναι πολύ μικρός. Έτσι ο τωρινός πληθυσμός των Ελλήνων Αρβανιτών που έχουν ολική ή μερική (πατρική ή μητρική) αρβανίτικη καταγωγή δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια. Κατά μία εκδοχή, φτάνει τις 150.000.[1] Η τελευταία απογραφή στην οποία καταμετρήθηκαν οι ομιλούντες τη γλώσσα έγινε το 1951 και αναφέρει 23.000 ομιλητές, αριθμός που κατά τους μελετητές είναι υπερβολικά μικρός για να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.[2] Νεότερες επιτόπιες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό των ομιλούντων αρβανίτικα σε 30.000 για την Αττική και Βοιωτία (1977) και 50.000 για όλη την Ελλάδα (1993).[2]

Προέλευση και ιστορία του ονόματος

Οι Αρβανίτες πρωτοαναφέρονται στις Βυζαντινές πηγές από τον Μιχαήλ Ατταλειάτη και αργότερα – ως Αρβανίτες από το Άρβανον – στο βιβλίο της Άννας Κομνηνής, "Αλεξιάδα". Το βιβλίο ασχολείται με τις ταραχές στην περιοχή του Αρβάνου που προκάλεσαν οι Νορμανδοί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της, Αυτοκράτορα Αλέξιου Α' Κομνηνού (10811118). Στην «Ιστορία» (10791080 μ.Χ.), ο Βυζαντινός ιστορικός Μιχαήλ Ατταλειάτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε τους Αλβανούς ως έχοντες λάβει μέρος σε εξέγερση εναντίον της Κωνσταντινούπολης το 1043 μ.Χ. και τους Αρβανίτες ως υποτελείς του Δούκα του Δυρραχίου.
Ο όρος Αρβανίτικα προέρχεται από τη λέξη Αρβανίται. Η ετυμολογία του ελληνικού επιθέτου Αρβανίτικα προέρχεται από τη ρίζα Αρβανίτ- του ουσιαστικού Αρβανίτης, σύμφωνα με το λεξικό του Γιάννη Κουλάκη.[11] Σύμφωνα με το λεξικό του Γ.Μπαμπινιώτη η λέξη προέρχεται από το τοπωνύμιο Άρβανα>αλβ.Ärbena. Η ονομασία Άρβανα δόθηκε αρχικώς στην οροσειρά που εκτείνεται μεταξύ των ποταμών Mat και Ischmi (δυτικά της Αχρίδας),οι δε κάτοικοι των περιοχών αυτών ονομάστηκαν (από τους υπόλοιπους Έλληνες) Αρβανίται, όνομα που συνδέθηκε εσφαλμένα με τον τύπο Αλβανία, ο οποίος δεν έχει την ίδια ετυμολογική προέλευση.
Οι Αρβανίτες, κυρίως μετά την ανάπτυξη του Αλβανικού εθνικισμού αλλά και λόγω της συμπόρευσής τους με το ελληνικό στοιχείο, απορρίπτουν οιαδήποτε συσχέτιση με τους Αλβανούς. Στη δεκαετία του 1990 ο Αλβανός Πρόεδρος Σαλί Μπερίσα περιέγραψε τους Αρβανίτες ως μια αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των Αρβανιτών στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.
Σύμφωνα με τον Αριστείδη Κόλλια, μερικοί Αρβανίτες στο βορειοδυτικό τμήμα της Ηπείρου παραδοσιακά αυτοαποκαλούνται και με την ονομασία Shqiptár (Σκιπτάρ), χωρίς να επικαλούνται αλβανική εθνική συνείδηση. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται επίσης σε μερικά χωριά της Θράκης, όπου οι Αρβανίτες μετανάστευσαν από τα βουνά της Πίνδου κατά τον 19ο αιώνα. Από την άλλη μεριά αυτή η λέξη είναι παντελώς άγνωστη στο κύριο σώμα των Αρβανιτών της νότιας Ελλάδας.

Μικρές πληροφορίες

  • Το θηλυκό του Αρβανίτης στα ελληνικά είναι Αρβανίτισσα.
  • Μια εκκλησία στη Χίο είναι αφιερωμένη στην «Παναγία την Αρβανίτισσα»[12].
  • Οι Αρβανίτες ονομάζουν τον τόπο προέλευσής τους Αρβανιτιά (η σημερινή νότια Αλβανία και η βορειοδυτική Ελλάδα). Μερικές φορές ονομάζουν έτσι ολόκληρη την Αλβανία και/ή την Ήπειρο.
  • "Αρβανιτιά" είναι επίσης μια εναλλακτική ονομασία της Ακροναυπλίας, της ακρόπολης του Ναυπλίου.
  • Οι Αρβανίτες της Ηπείρου ονόμασαν το βόρειο άνεμο Αρβανίτη.

Φάρα

Η φάρα είναι μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης με βάση την καταγωγή (παρόμοια με τη δυναστεία). Οι Αρβανίτες ήταν οργανωμένοι σε φάρες, κυρίως κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Στην κορυφή της ιεραρχίας ήταν ένας οπλαρχηγός και η φάρα έπαιρνε το όνομά του (π.χ. η φάρα του Μπότσαρη). Στα αρβανίτικα χωριά η κάθε φάρα έπρεπε να κρατάει γενεαλογικά αρχεία τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα ως ιστορικά ντοκουμέντα σε τοπικές βιβλιοθήκες. Συνήθως υπήρχαν περισσότερες από μία φάρες σε ένα χωριό, και μερικές φορές οργανώνονταν σε φατρίες με αντικρουόμενα συμφέροντα. Αυτές οι φατρίες δε διαρκούσαν πολύ, γιατί κάθε αρχηγός φάρας ήθελε να είναι αρχηγός της φατρίας και δεν δεχόταν να διατάζεται από άλλον.

Αρβανίτικες φάρες

Υπήρχαν πολλές Αρβανίτικες φάρες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα.
  • Βάκας (ή Μπάκας)
  • Βέργος
  • Γκιόκηδες
  • Γκλιάτης
  • Γκούτης
  • Γριβαίοι[14]
  • Δρακαίοι
  • Ζερβαίοι
  • Κατσιάπης
  • Κατσούλας
  • Κλαδάδες[14]
  • Κολλιαίοι
  • Κοροβέσηδες
  • Κωλέττηδες
  • Λιάπηδες
  • Λιόσηδες
  • Μαλακασαίοι[15]
  • Μερκούρηδες[14]
  • Μεσσαρίτες[15]
  • Μουζακαίοι
  • Μουρίκηδες[14]
  • Μπαλασκαίοι
  • Μπενιζέλοι[16]
  • Μπλ(ι)έσης[17]
  • Μπόρας
  • Μπολόκας
  • Μπουαίοι
  • Μπουλούτσος
  • Μπουραμαίοι
  • Μποτσαραίοι
  • Μπρακάτσης

Αρβανίτικες παροιμίες

  • Έχεις Αρβανίτη φίλο, κράτα κι ένα ξύλο.
  • Ο θεός δεν είναι Αρβανίτης αλλά δικαιοκρίτης.
  • Ο Αρβανίτης πλένεται η ποδιά του χαίρεται.
  • Τον έπιασε το Αρβανίτικο (πείσμωσε αδικαιολόγητα)
  • Αρβανίτικο κεφάλι (ξεροκέφαλος).
  • Αρβανίτικα μυαλά κολοκύθια τούμπανα.
  • Σαν Αρβανίτης κάνεις.
  • Με το άστου ντούα (με το έτσι θέλω).
  • Αρβανίτικο κεφάλι Πατινιώτικο τσουκάλι.
  • Αρβανίτης με το σκιάδι και με το μονό ποδάρι.
  • Το βαστάει Αρβανίτικο.
  • Αρβανίτικη μπέσα.
  • Μπέσα για μπέσα.
  • Ντρέϊτα και σταράτα σαν Αρβανίτες.
  • Είναι Αρβανίτης (μπεσαλής).

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σε πλήρες αδιέξοδο η βιομηχανία της ΛAΡΚΟ

24ΩΡΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΗ ΛΑΡΚΟ - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ